Εκδόσεις: Πατάκη
Έτος: 2013

  Ο λύκος κατευθύνεται σε ένα υψωματάκι και δίνει οδηγίες στα ζώα που συγκεντρώνονται μπροστά του σιγά-σιγά. Η καμηλοπάρδαλη στέκεται στο ύψος της και καθοδηγεί όσους αισθάνονται χαμένοι και ανασφαλείς. Τα γεράκια, οι κουκουβάγιες, ο αετός, εποπτεύουν από ψηλά.

«Μην ξεχνάτε ότι οι γρήγοροι πρέπει να βοηθούν τους πιο αργούς, οι δυνατοί τους πιο αδύναμους. Όλοι πρέπει να φτάσουμε στο δάσος κι από ‘κει ο καθένας ας διαλέξει τον δρόμο του. Μέχρι τότε ξεχάστε τις διαφορές και τις έχθρες σας», λέει η αρκούδα, που μαζί με τον γορίλλα έχουν πάρει τη θέση τους δίπλα στον λύκο.

Και η παράξενη πορεία ξεκινά. Τα τετράποδα μυρίζουν τον αέρα γύρω τους, τα πουλιά δοκιμάζουν τις φτερούγες τους, τα φίδια ξεδιπλώνουν το κορμί τους, μαζεύονται και τινάζονται απολαμβάνοντας μια ξεχασμένη γεύση ελευθερίας. Το μεγάλο ταξίδι της επιστροφής αρχίζει. Κανείς δεν περισσεύει.

  Λαβαίνω κάποτε-κάποτε (κι όπως εγώ, θα λαβαίνουν κι άλλοι συνάδελφοι) επιστολές νέων - πολύ νέων - που μου στέλνουν χειρόγραφα ποιήματά τους και μου ζητάν να τους πω αν έχουν «ταλέντο», αν νομίζω ότι θα γίνουν μια μέρα «κάτι» (το κάτι αυτό θέλει να πει πολύ), αν πιστεύω ότι αξίζει να εξακολουθούν να γράφουν.

Οι νέοι αυτοί φαντάζονται ότι ζητάν κάτι το πολύ εύκολο. Στην πραγματικότητα ό,τι ζητάν είναι - ούτε πολύ, ούτε λίγο - να γίνω… προφήτης. Μου ζητάν, δηλαδή, από το παρόν τους να μαντέψω το μέλλον τους, να προβλέψω τις αναρίθμητες συμπτώσεις και περιστάσεις που μπορούν να μεσολαβήσουν στην πνευματική, ψυχική και υποσυνείδητη ακόμα εξέλιξη ενός νέου ωσότου να ωριμάσει, ωσότου να κατασταλάξει σε μια - αξιόλογη ή ασήμαντη - προσωπικότητα. Γιατί γι’ αυτό πρόκειται.

Εκδόσεις: Εστία
Έτος: 2014

- «Είναι γαλαζοπράσινο», είπε ο Φάνης. «Τι ωραίο χρώμα!»
- «Αυτό το χρώμα», είπε ο κυρ-Στέφανος, «ειν’ από την ορμή που έχει το νερό. Εδώ απάνω η Ρούμελη είναι ανήσυχη. Πηδούν τα νερά της σαν τρελά παιδιά· μόνο στον κάμπο φρονιμεύουν. Και όσο πάνε κατά τη θάλασσα, γίνονται ήσυχα και συλλογισμένα».

* * *

  Τα πληγωμένα πεύκα θα πεθάνουν σε λίγον καιρό. Θα πέσουν από τον πρώτο δυνατό αέρα ή θα ξεραθούν γιατί δε θα έχουν πια χυμό. Το τέλος τους το έχουν νιώσει και όμως τραγουδούν· σαλεύουν και φυσούν όπως τ’ άλλα, τα γερά πεύκα.

Με το κομμάτι κορμό που τους έμεινε πίνουν από τη γη όσο χυμό μπορούν ακόμη· πρασινίζουν, έχουν ίσκιο. Έτσι σακατεμένα μπορούν και δροσίζουν τους ανθρώπους. Το φυσικό τους είναι να κάνουν το καλό, δεν αλλάζει. Δέντρα, περήφανα δέντρα!

  «Αν δεν καταλαβαίνετε το θέατρο μας και μας κοροϊδεύετε ακόμα δεν φταίμε εμείς. Εμείς έχουμε τη γνώση. Αυτή που δεν έχουν όλοι μαζί οι κυβερνήτες, οι δικαστές και οι γιατροί. Σας κολλάμε στον τοίχο με ένα ζελοτέιπ.

Είμαστε καθαροί γι’ αυτό ζούμε μέσα στις υπόγες και χαρίζουμε. Δίνουμε παραστάσεις στην πλατεία και χαίρονται τα παιδάκια και δεν έχουμε λεφτά. Είμαστε αυτόδουλοι της καλοσύνης ξέρουμε να δημιουργούμε όχι να καταστρέφουμε. Ξενυχτάμε μέρα νύχτα και φτιάχνουμε μονάχοι τα όργανα μας».

Απόσπασμα από την τελευταία επιστολή του Νικόλα Άσιμου πριν αυτοκτονήσει, σαν σήμερα στις 17 Μαρτίου 1988…

  Οι άνθρωποι μοιάζουν να γεννιούνται κουβαλώντας ένα χρέος, που δε θα μπορέσουν ποτέ να το ξεπληρώσουν, όσο κι αν προσπαθήσουν. Γιατί, είναι σα να συσσωρεύεται συνεχώς μπροστά τους, πάντα, ένα βήμα πιο μπροστά κι από ‘κει που ήδη βρίσκονται. Ο άνθρωπος χρωστάει κάτι στον άνθρωπο. Αν θελήσει ν’ αγνοήσει το χρέος, τότε αυτό τον δηλητηριάζει· αν, πάλι, θελήσει να το πληρώσει, τότε το χρέος συνεχώς αυξάνεται και το μέτρο που δείχνει την ποιότητα του ανθρώπου είναι η ίδια η ποιότητα των δώρων του.

* * *

  Η φλόγα από τη σύλληψη μιας ιδέας φουντώνει κι αμέσως σβήνει, αφήνοντας τους ανθρώπους συνταραγμένους, να νιώθουν ταυτόχρονα δυστυχία και φόβο. Βέβαια, υπάρχουν πάντα πολλά πράγματα που προμηνύουν τον ερχομό της. Όλοι ξέρουν για το μήλο του Νεύτωνα. Η Καταγωγή των Ειδών άστραψε, για μια στιγμή, ολοκληρωμένη μέσα στη σκέψη του Δαρβίνου, κι ύστερα αυτός πέρασε όλη του τη ζωή κάνοντας μελέτες για να την αποδείξει. Ο Αϊνστάιν συνέλαβε τη θεωρία της σχετικότητας σε χρόνο ίσο μ’ αυτόν που μας χρειάζεται για να χτυπήσουμε τα χέρια σ’ ένα και μοναδικό χειροκρότημα.

  Ο κύριος Κ. έλεγε πως είναι σφάλμα να καταπίνεις σιωπηλά την αδικία που σού έγινε, και διηγήθηκε την ακόλουθη ιστορία: «Κάποιος περαστικός είδε ένα αγόρι που έκλαιγε και το ρώτησε τι είχε πάθει. «Είχα δυο γρόσες για να πάω σινεμά» είπε το αγόρι, «κι ένα παιδί που περνούσε, μού βούτηξε τη μια γρόσα απ’ το χέρι» - και του ‘δειξε ένα παιδί λίγο πιο πέρα.

«Και δε φώναξες βοήθεια;» ρώτησε ο περαστικός. «Πώς δε φώναξα!» είπε το αγόρι, και τα αναφιλητά του δυνάμωσαν. «Και δε σ’ άκουσε κανείς;» ρώτησε πάλι ο περαστικός, και το χάιδεψε τρυφερά. «Όχι» είπε μέσα στ’ αναφιλητά του το αγόρι. «Και γιατί δε φώναζες πιο δυνατά; Δεν μπορούσες;» ξαναρώτησε ο περαστικός. «Όχι» ξανάπε το αγόρι, που βλέποντάς τον να χαμογελάει, ένιωσε την ελπίδα του να ζωντανεύει. «Τότε, δωσ’ μου τη κι αυτήν!» είπε ο περαστικός, και αρπάζοντάς του και την άλλη γρόσα από το χέρι, συνέχισε ανέμελα το δρόμο του».

Από το βιβλίο «Ιστορίες του κ. Κόυνερ», εκδόσεις Γράμματα.

Εκδόσεις: Α. Α. Λιβάνη
Έτος: 2015

«Αποτελεί κοινό μυστικό στους κύκλους της Ευρωπαϊκής Επιτροπής ότι η Ελλάδα δεν προσαρμόζεται στις επιταγές της ΟΝΕ και ότι επίσης οι όποιες νουθεσίες και επιτηρήσεις δεν αρκούν. […] Η Ελλάδα, πιστεύουν, καλό θα ήταν να αναγκαστεί να προσφύγει στο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο για να εξασφαλίσει τον απαραίτητο δανεισμό».

18/12/2008, Κώστας Σημίτης, Ομιλία στη Βουλή

«Το μνημόνιο είναι ένα εξαιρετικό παράδειγμα του πώς δεν πρέπει να ασκείται η οικονομική πολιτική, του πώς δεν πρέπει να ασκείται η πολιτική γενικότερα».

22/12/2010, Αντώνης Σαμαράς, Ομιλία στη Βουλή

Γ. Πρετεντέρης: Κύριε υπουργέ, νομίζω ότι μόνο εσείς θα μπορούσατε να μου παρουσιάσετε το τέλος στ’ ακίνητα ως ασφάλιστρο κινδύνου.
Ευ. Βενιζέλος: Μα είναι ασφάλιστρο κινδύνου.
Γ. Πρετεντέρης: Μου άρεσε πολύ η παρομοίωση, το ανγνωρίζω στην ευφυΐα σας. Είναι εντυπωσιακό.
Ευ. Βενιζέλος: Με συγχωρείτε, την ευφυΐα μας πρέπει να τη χρησιμοποιήσουμε για να κατανοούμε και να περιγράφουμε μια κατάσταση για να σώσουμε την κατάσταση.

Εκδόσεις: Γράμματα
Έτος: 1991

  Φιλοπατρία, το μίσος για τις πατρίδες

  Ο κύριος Κ. δεν είχε ανάγκη να ζει σε μια συγκεκριμένη χώρα. «Μπορώ να πεινάσω οπουδήποτε» έλεγε. Μια μέρα όμως, πέρασε από μια πόλη κατακτημένη από τον εχθρό του τόπου όπου ζούσε. Εκεί, τον σταμάτησε ένας αξιωματικός του εχθρού και τον ανάγκασε να κατέβει από το πεζοδρόμιο. Ο κύριος Κ. κατέβηκε, και τότε συνειδητοποίησε πως είχε οργιστεί με τον άνθρωπο εκείνο, και μάλιστα όχι μόνο με τον άνθρωπο, αλλά κυρίως με τη χώρα του ανθρώπου, τόσο πολύ, που ευχήθηκε την εξαφάνισή της από προσώπου γης. «Μα πώς έγινα διαμιάς εθνικιστής;» αναρωτήθηκε ο κύριος Κ. «Φταίει ο εθνικιστής που βρέθηκε μπροστά μου. Να γιατί πρέπει να εκλείψει η ανοησία: γιατί κάνει ανόητο όποιον βρεθεί μπροστά της».

  Το ερώτημα αν υπάρχει Θεός

  Ρώτησε κάποιον τον κύριο Κ. αν υπάρχει Θεός, και ο κύριος Κ. είπε: «Σου συνιστώ να αναλογιστείς αν η απάντηση στο ερώτημα αυτό θα σε κάνει να αλλάξεις συμπεριφορά. Αν δεν πρόκειται ν' αλλάξεις, τότε το ερώτημα δεν έχει νόημα. Αν πάλι πρόκειται ν' αλλάξεις, τότε μόνο σε ένα μπορώ να σου φανώ χρήσιμος: να σου πω ότι έχεις ήδη αποφασίσει πως χρειάζεσαι ένα Θεό».

  Όταν ο κύριος Κ. αγαπούσε έναν άνθρωπο

  «Τι κάνετε όταν αγαπάτε έναν άνθρωπο;» ρώτησαν τον κύρΙο Κ. «Του φτιάχνω ένα σκίτσο» είπε ο κύριος Κ., «και φροντίζω να του μοιάζει». «Ποιο; Το σκίτσο;». «Όχι, ο άνθρωπος» είπε ο κύριος Κ.

  Η πατρότητα της σκέψης

  Κατηγορούσαν τον κύριο Κ. πως πολύ συχνά πατέρας της Σκέψης του ήταν ο Πόθος. Και ο κύριος Κ. απάντησε: «Δεν υπήρξε ποτέ Σκέψη που να μην είχε πατέρα της κάποιον Πόθο. Και μόνο ένα πράγμα επιδέχεται συζήτηση: Ποιον πόθο; Γιατί άλλο να υποψιάζεται κανείς πως ένα παιδί δεν έχει πατέρα, κι άλλο πως η πατρότητα είναι, απλώς, δύσκολο να διαπιστωθεί».

  «Σύμφωνα με τον Αλέκο Αράπη, τον μπασίστα των Απροσάρμοστων, την προηγούμενη νύχτα του θανάτου του, στις 5 Δεκεμβρίου του 1990, ο Σιδηρόπουλος έφτασε στο στούντιο αρκετά καθυστερημένος και σε αλλόφρονα κατάσταση τσακώθηκε με τους μουσικούς του. Υπάρχει και η μαρτυρία του φίλου του, παραγωγού Πάνου Ηλιόπουλου, κατά την οποία εκείνο το βράδυ ο Παύλος προσπαθούσε απεγνωσμένα να επικοινωνήσει μαζί του από τηλεφώνου. Για την ακρίβεια, ο τηλεφωνητής του Ηλιόπουλου κατέγραψε δεκαπέντε αναπάντητες κλήσεις και δεκαπέντε αντίστοιχα φωνητικά μηνύματα από τον Παύλο. Στις 6 Δεκεμβρίου του 1990, βρισκόμενος στο σπίτι μιας γνωστής του στο Νέο Κόσμο, έπεσε σε κώμα και άφησε την τελευταία του πνοή κατά τη μεταφορά του στον  Ευαγγελισμό, χάνοντας τη μάχη με την ηρωίνη». [ pavlos-sidiropoulos.gr ]

Εκδόσεις: Εντός
Ετος: 2000

  Μικέλης Άβλιχος: «Σατιρικός ποιητής γεννηθείς εν Ληξουρίω (Κεφαλληνία) το 1844. Εσπούδασεν εν Βέρνη, όπου συνεδέθη μετά του ιδρυτού του νεωτέρου αναρχισμού Μπακούνιν, όστις είχε τότε μεγάλην επιρροήν μεταξύ των φοιτητικών κύκλων της Βέρνης.

Αι αναρχικαί και επαναστατικαί ιδέαι του Μπακούνιν επέδρασαν μεγάλως επί του Αβλίχου, του οποίου η ποίησις φέρει έκδηλον την επίδρασιν αυτήν. Είναι αντάξιος συνεχιστής του συμπατριώτου του Ανδρέα Λασκαράτου. Εις τα ποιήματά του εκαυτηρίασε το καθεστώς της εκμεταλλεύσεως, τον μιλιταρισμόν και την παπαδοκρτατίαν. Ούτω έγραφε:

Διάκοι του Βάαλ, δεν είναι δικός σας
αυτός της φάτνης, ο φτωχός Χριστός
που κήρυξε για νόμο του τη χάρη
εσάς τιμή σας μόνη: το στοιχάρι,
πομπές, θεοπομπές το ιδανικό σας,
κι είν' ο Θεός σας σαν και σας μιαρός.
(Χριστούγεννα)

Πρόσφατες δημοσιεύσεις...

Αναζητήστε στον ιστότοπο...

How to Carve Wood