Είμαστε πολύ που σ’ όλη μας τη ζωή περιμένουμε πάντα κάτι. Τί; Δεν ξέρουμε ακριβώς. Κάτι που να ‘ρθει και να γεμίσει – ή ν' αλλάξει – τη ζωή μας: μια μεγάλη αγάπη, μια μοναδική περιπέτεια, μια σπάνια τύχη, ίσως και μια τρομερή καταστροφή – δεν ξέρουμε. Αυτή η αναμονή, που κυβερνάει ωστόσο τη ζωή μας, είναι τόσο ακαθόριστη! Δεν υπάγεται στη σκέψη μας, αλλά στο ένστικτό μας.
Είμαστε σαν εκείνο το μυθικό βασιλιά της Θούλης, που ρίχνει μέσα στ' ακύμαντα νερά της λίμνης του παλατιού του το πολύτιμο χρυσό κύπελλό του, μόνο και μόνο για να δει – επί τέλους – τα νερά της να ταράζονται. Ζούμε με την προσδοκία να δούμε τα νερά της ζωής μας να ταραχθούν. Κάθε φορά που γνωρίζουμε μια γυναίκα, που παίρνουμε ένα βαπόρι, που φθάνουμε σε μια ξένη πολιτεία, που καταπιανόμαστε με κάτι, η καρδιά μας χτυπάει και λέμε μέσα μας: «Να 'ναι γι' αυτή τη φορά;». Και κάθε φορά διαπιστώνουμε πως δεν είναι.
Μου έδειξαν κάποτε σ' ένα μουσείο της βορινής Μπρυζ μια δαντέλα – θαύμα υπομονής - που την έπλεκε 15 χρόνια μια Φλαμανδή πυργοδέσποινα, περιμένοντας το γυρισμό του άντρα της που είχε φύγει με τους Σταυροφόρους για τους Άγιους Τόπους. Θα μπορούσαμε να παρομοιάσουμε την ψυχή μας μ' αυτή τη Φλαμανδή. Όλη μας η ζωή είναι σα μια διασκέδαση της αναμονής μας, ένα μηχανικό πήγαιν' έλα σαν κάποιου που περιμένει στον τόπο ενός ραντεβού μια γυναίκα που αργεί να 'ρθει.